Υπήρξε άνθρωπος πλούσιος και φίλους του πολλούς προσκάλεσε σε δείπνο που έστρωσε γι' αυτούς οι δούλοι του κτυπήσαν την πόρτα καθενός αλλά οι καλεσμένοι τους είπαν δυστυχώς:
Παντού γύρω φυτρωμένα των παθών θα κούφια δέντρα μέσα μας σα δάσος απολιθωμένο, την απελπισιά σκορπίζουν της κακίας και μαυρίζουν της καρδιάς το χώμα το πρασινισμένο.
Πίσω απ’ το ποτάμι που τρέχει είναι μια πηγή. Πίσω απ’ το φιλί το δικό μας είναι μια ζωή. Πίσω απ’ την κρυφή προσευχή μας είναι η μοναξιά. Πίσω από το τάμα στον άγιο η παρηγοριά.
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μες στην Εκκλησιά την τρισυπόστατη, ήταν το χρυσό και τ’ αργυρό τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο. Ήταν μια φορά κι ένα καιρό, μια φορά κι έναν καιρό.
Κι όταν λειτουργούσε ο παπάς τη στιγμή που μόνος επροσκόμιζε κάποιος του το πήρε – που το πας τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο; Στράφηκε και ρώτησε ο παπάς.